Ο παιδικός φίλος του Τραμπ και το «μαγείρεμα» των ενδιάμεσων εκλογών
Ένα προσχέδιο με σαρωτικές αλλαγές στην εκλογική διαδικασία προκαλεί πολιτική αντιπαράθεση και ανοίγει νέα συζήτηση για τα όρια των προεδρικών εξουσιών.
Στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής σκηνής βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες μία άκρως αμφιλεγόμενη πρόταση που στοχεύει στην ανάληψη του Ομοσπονδιακού ελέγχου των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 από τον Πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ. Ο λόγος για τον Πίτερ Τίκτιν, ένας 80χρονος δικηγόρος από τη Φλόριντα και παλιός συμμαθητής του Τραμπ, ο οποίος ηγείται μιας προσπάθειας να πειστεί ο πρόεδρος να χρησιμοποιήσει τον Νόμο περί Εθνικών Αναγκών προκειμένου να παρακάμψει τις πολιτείες και να επιβάλει νέους εκλογικούς κανόνες.
Ποιος είναι ο Πίτερ Τίκτιν
Ο Πίτερ Τίκτιν συνδέεται με τον Ντόναλντ Τραμπ με μια φιλία που μετρά πάνω από 65 χρόνια, από την εποχή που φοιτούσαν μαζί στη Στρατιωτική Ακαδημία της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για έναν δικηγόρο με έντονη παρουσία στον χώρο των υποστηρικτών του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος έχει αναλάβει την υπεράσπιση κατηγορουμένων για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, καθώς και της Τίνα Πίτερς, της πρώην ληξιάρχου του Κολοράντο που καταδικάστηκε για παραβίαση εκλογικού υλικού. Πρόσφατα, μάλιστα, εξέφρασε δημόσια την επιθυμία του να αναλάβει τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης των ΗΠΑ.
Οι αλλαγές που προτείνονται
Το προσχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος 17 σελίδων, το οποίο προωθεί ενεργά ο Πίτερ Τίκτιν, εισάγει μια σειρά από δραστικές μεταρρυθμίσεις που ανατρέπουν πλήρως το υφιστάμενο εκλογικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η πρώτη και πιο βασική αλλαγή αφορά τα μηχανήματα καταμέτρησης. Η πρόταση ζητά την πλήρη κατάργηση όλων των ηλεκτρονικών συστημάτων και την αποκλειστική καθιέρωση της χειροκίνητης καταμέτρησης των ψηφοδελτίων σε δημόσια θέα. Οι υποστηρικτές αυτής της ρύθμισης ισχυρίζονται ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποτραπούν πιθανές κυβερνοεπιθέσεις και παρεμβάσεις σε λογισμικά από εχθρικές ξένες δυνάμεις.
Παράλληλα, το σχέδιο προβλέπει την καθολική απαγόρευση της επιστολικής ψήφου σε εθνικό επίπεδο, καθώς θεωρείται από τους εμπνευστές της πρότασης ως η κύρια πύλη για τη διεξαγωγή εκλογικής νοθείας.
Μια ακόμα αυστηρή δικλείδα ασφαλείας που προτείνεται είναι η υποχρεωτική επανεγγραφή όλων των Αμερικανών ψηφοφόρων στους εκλογικούς καταλόγους. Για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, κάθε πολίτης θα πρέπει να επιδείξει επίσημα έγγραφα που αποδεικνύουν αναμφισβήτητα την αμερικανική του υπηκοότητα, αποκλείοντας έτσι οριστικά τη συμμετοχή μη-πολιτών.
Τέλος, το διάταγμα θέτει ένα εξαιρετικά πιεστικό χρονικό όριο, απαιτώντας την ολοκλήρωση της καταμέτρησης όλων των ψήφων μέχρι τα μεσάνυχτα της ημέρας των εκλογών. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Τίκτιν, οι καθυστερήσεις ημερών στην έκδοση των αποτελεσμάτων ευνοούν την υπόγεια χειραγώγηση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Θύελλα αντιδράσεων
Σύμφωνα με το αναλυτικό ρεπορτάζ του CNN, οι προτάσεις αυτές έχουν προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων από συνταγματολόγους, εκλογικούς εμπειρογνώμονες και στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς προσκρούουν απευθείας στο ίδιο το αμερικανικό Σύνταγμα.
Το κυριότερο κώλυμα έγκειται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Συντάγματος των ΗΠΑ, η διεξαγωγή και ο έλεγχος των εκλογών ανήκουν αποκλειστικά στις επιμέρους πολιτείες και τα νομοθετικά τους σώματα και όχι στην ομοσπονδιακή εκτελεστική εξουσία ή τον Πρόεδρο. Για το λόγο αυτό, ηγετικά στελέχη των Δημοκρατικών έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το σχέδιο παράνομο και αντισυνταγματικό, τονίζοντας ότι αποτελεί ευθεία απειλή για τη δημοκρατική διαδικασία.
Από την πλευρά του, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει, τουλάχιστον προς το παρόν, να κρατήσει αποστάσεις δημοσίως, δηλώνοντας μέσω των εκπροσώπων του ότι δεν γνωρίζει τίποτα για το συγκεκριμένο προσχέδιο. Ωστόσο, σε πρόσφατες αναρτήσεις του στην πλατφόρμα Truth Social, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι νομικοί του σύμβουλοι εξετάζουν διάφορα επιχειρήματα για την έκδοση κάποιου σχετικού Προεδρικού Διατάγματος στο εγγύς μέλλον, γεγονός που συντηρεί την πολιτική αβεβαιότητα.
Αν και η εφαρμογή ενός τέτοιου διατάγματος θεωρείται νομικά μετέωρη και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προσβληθεί άμεσα στα δικαστήρια, η ίδια η ύπαρξη και η προώθησή του εντείνουν το κλίμα πόλωσης και αμφισβήτησης της ακεραιότητας των εκλογών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, που θεωρείται βέβαιο ότι θα τις χάσουν οι Ρεπουμπλικανοί. Η προσπάθεια μετατροπής θεωριών συνωμοσίας σε επίσημη κυβερνητική πολιτική αποτελεί ένα πρωτοφανές τεστ αντοχής για τους δημοκρατικούς θεσμούς των Ηνωμένων Πολιτειών.